ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟ ΤΟΠΟ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΠΡΟΠΟΝΗΤΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ.

ΑΙΤΗΣΕΙΣ - ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ

ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

WEB - TV

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

LOGO ΟΠΠΕ

AFCA

 

Ποια η τύχη του γαλακτικού οξέος που παράγεται κατά την αερόβια γλυκόλυση

To άρθρο είναι από το blog: http://lefteriskalogirou.blogspot.gr


Το γαλακτικό οξύ που παράγεται στους μυς κατά την αναερόβια γλυκόλυση καταμερίζεται αμέσως και σχηματίζεται γαλακτικό και ιόντα υδρογόνου. Το γαλακτικό διαχέεται στο αίμα και τα ιόντα υδρογόνου παραμένουν στο μυϊκό ιστό. Το γαλακτικό χρησιμοποιείται αμέσως σαν καύσιμο υλικό στους μυς που ασκούνται,σε άλλους μυς και σε διάφορους ιστούς (καρδιά,νεφρά κτλ).
Την οξέωση στους μυς (το κάψιμο και την κόπωση που νιώθουμε) προκαλούν τα ιόντα υδρογόνου και όχι το γαλακτικό.Αυτό είναι ενεργειακός μεταβολίτης.
Με την αναερόβια προπόνηση (προπόνηση υψηλών εντάσεων) προκαλούνται προσαρμογές και αυξάνεται η ικανότητα των ρυθμιστικών συστημάτων για την ελαχιστοποίηση των συνεπειών της οξέωσης(ανοχή στο γαλακτικό).
Το γαλακτικό οξύ που παράγεται στον αγώνα ή στην προπόνηση είναι θετικός παράγοντας για τον παίκτη και την ομάδα,γιατί το επίπεδο παραγωγής του δείχνει το ρυθμό δραστηριοποίησης του παίκτη στον αγώνα.
Όσο ψηλότερα είναι τα επίπεδα παραγωγής του στο αίμα,τόσο υψηλότερος είναι και ο ρυθμός δραστηριοποίησης του παίκτη στον αγώνα.
Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι οι παίκτες όσο κάνουν προπόνηση ανοχής στο γαλακτικό οξύ τόσο ανεβάζουν το επίπεδο δραστηριοποίησης στον αγώνα (ενέργειες υψηλής έντασης για μεγαλύτερη διάρκεια).

Πηγή: http://lefteriskalogirou.blogspot.gr/2012/09/blog-post_3.html

 

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ∆ΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΜΙΚΡΕΣ ΗΛΙΚΙΕΣ

Ελένη Αυλωνίτου,
Ph.D. Εργοφυσιολογία-Ενδοκρινολογία Εθνικό Κέντρο Αθλητικών Ερευνών (Ολυµπιακό Αθλητικό Κέντρο Αθηνών)


ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟ∆ΟΣΗΣ

H αθλητική απόδοση εξαρτάται από 3 καθοριστικούς παράγοντες:

  1. Φυσική κατάσταση
  2. Τεχνική
  3. Ψυχολογική ετοιµότητα

Ως φυσική κατάσταση ορίζεται η φυσιολογική ετοιµότητα του οργανισµού, δηλαδή τα ενεργειακά του αποθέµατα ή τα καύσιµα που διαθέτει (πόσο πολύ ενέργεια µπορεί να παραχθεί και πόσο γρήγορα µπορεί να διοχετευθεί στο µυϊκό σύστηµα), ώστε ο οργανισµός να προσαρµοσθεί το ταχύτερο δυνατόν στις απαιτήσεις που του θέτει η εκτέλεση ενός συγκεκριµένου µυϊκού έργου.

καλή φυσική κατάσταση προϋποθέτει τακτική άσκηση, δηλαδή προπόνηση. Με τον όρο προπόνηση εκφράζονται όλα τα ερεθίσµατα / επιφορτίσεις, τα οποία προκαλούν µορφολογικές και φυσιολογικές προσαρµογές στο ανθρώπινο σώµα, µε στόχο την επίδοση.

εργοφυσιολογία µελετά το τρόπο που ανταποκρίνεται ο οργανισµός σε ένα συγκεκριµένο ερέθισµα, καθώς η ανταπόκριση αυτή είναι το µόνο αντικειµενικό κριτήριο αξιολόγησής του οργανισµού ως προς το ερέθισµα. Με άλλα λόγια, η εργοφυσιολογία µελετά τις αντιδράσεις του ανθρώπινου οργανισµού σε δραστηριότητα.

Όλες οι προπονητικές επιδράσεις στο ανθρώπινο σώµα είναι αποτέλεσµα του ερεθίσµατος και της προσαρµογής του σώµατος σ’αυτό, µε τελικό στόχο τη µεγιστοποίηση της απόδοσης.

Εάν το ερέθισµα είναι επαρκές, αλλά όχι υπερβολικά έντονο, το σώµα προσαρµόζεται διευρύνοντας όλες τις λειτουργίες του για να αντεπεξέλθει το stress της επιβάρυνσης και µε το χρόνο γίνεται δυνατότερο µε τρόπο ώστε, σε µία όλα για όλα µυϊκή προσπάθεια να µεγιστοποιήσει την απόδοσή του, ενώ σε µία ηπιότερη σε ένταση µυϊκή προσπάθεια να εκτελέσει το έργο οικονοµικότερα, δηλαδή µε λιγότερη ενέργεια. Εάν το ερέθισµα είναι υπερβολικά έντονο ή εφαρµόζεται συχνά πυκνά µέσα στο χρόνο, οι λειτουργικές προσαρµογές δεν συντελούνται (σύνδροµο υπερπροπόνησης), µε αποτέλεσµα µειωµένη απόδοση.

Όλες οι λειτουργικές προσαρµογές του οργανισµού είναι εξειδικευµένες στο προπονητικό ερέθισµα που δέχεται το ανθρώπινο σώµα και λαµβάνουν χώρα τον χρόνο κατά τον οποίο το σώµα ξεκουράζεται (µεταξύ των προπονήσεων), έχουν δε ως αποτέλεσµα βελτιώσεις σε ξεχωριστά ή συνδυασµένα στοιχεία φυσικής κατάστασης όπως: στην καρδιοαναπνευστική αντοχή, µυϊκή ισχύ (δύναµη χ ταχύτητα), µυϊκή αντοχή, νευροµυϊκή συναρµογή, ευλυγισία, και σωµατική σύνθεση (ποσοστά µυϊκής µάζας έναντι αυτών του σωµατικού λίπους).

Τα πιό σηµαντικά στοιχεία φυσικής κατάστασης, ως προς την αθλητική απόδοση, είναι η αερόβια και η αναερόβια ικανότητα, ιδιαίτερα για τα ρυθµικά τουλάχιστον αθλήµατα (αυτά που εµπεριέχουν τη ρυθµικά επαναλαµβανόµενη εναλλασσόµενη κίνηση όπως τρέξιµο, κολύµβηση, ποδήλατο).

Αν και η επίδραση της αερόβιας και αναερόβιας ικανότητας είναι πολύ χαµηλότερη στα µη ρυθµικά αθλήµατα (γυµναστική, ξιφασκία, σκοποβολή), ένα γενικότερο ενεργειακό έλλειµµα στην ικανότητα παραγωγής έργου θα ασκήσει αρνητική επιρροή στην τεχνική εκτέλεση της αθλητικής κίνησης και εποµένως θα µειώσει την αθλητική απόδοση.

Στα τόσο διαφορετικά αθλήµατα που απαρτίζουν ένα αγωνιστικό Ολυµπιακό πρόγραµµα η εκτίµηση της ικανότητας παραγωγής έργου γίνεται πρωταρχικά µε την αξιολόγηση τόσο της αερόβιας, όσο και της αναερόβιας ικανότητας.

Η αερόβια ικανότητα εκφράζει την καρδιοαναπνευστική αντοχή και ορίζεται ως η ικανή εκτέλεση ενός µακρόχρονου σε διάρκεια, αλλά υποµέγιστου σε ένταση έργου κάτω από ένα επαρκές ενεργειακό ισοζύγιο Ο2 µεταξύ πρόσληψης και κατανάλωσής του. ∆ιακρίνεται στη:

  1. µέγιστη αερόβια που εκφράζει τα όρια της επάρκειας της µεταφοράς του Ο2 και είναι ισοδύναµη µε τη µέγιστη πρόσληψη Ο2 στη µονάδα του χρόνου (VO2max).
  2. υψηλή αερόβια που εκφράζει την µέγιστη χρησιµοποίηση και κατανάλωση του Ο2 από τους εργαζόµενους µυς, χωρίς τη συµµετοχή του αναερόβιου µεταβολισµού και υποδηλώνεται ως το αναερόβιο κατώφλι του µεταβολισµού.
  3. χαµηλή αερόβια που εκφράζει την άνετη χρησιµοποίηση και κατανάλωση του Ο2 από τους εργαζόµενους µυς, προκαλούµενη από το ελαφρύτερο, από άποψης επιβάρυνσης, ερέθισµα ικανό να προκαλέσει λειτουργικές προσαρµογές, υποδηλώνεται δε ως το αερόβιο κατώφλι του µεταβολισµού.

Ο αέρας του αθλητή συλλέγεται και αναλύεται µέσα σε ένα εργοσπειρόµετρο, το οποίον αποτελείται από ογκοµετρητή αέρα και αναλυτές αερίων σε Ο2 και CO2. Κατά τη διάρκεια της µέτρησης και αµέσως µετά αξιολογούµε διάφορες φυσιολογικές και µεταβολικές παραµέτρους, όπως:

  1. Πνευµονικό αερισµό (VE)
  2. Όγκος οξυγόνου (VO2)
  3. Όγκος διοξειδίου του άνθρακα (VCO2)
  4. Αναπνευστικό πηλίκο (RQ)
  5. Καρδιακή συχνότητα (bpm, ή παλµοί/λεπτό,)
  6. Ενεργειακή οικονοµία (VO2 σε δεδοµένη ταχύτητα ή επιβάρυνση)
  7. Αναερόβιο κατώφλι: (αναλυτική επεξεργασία ενδεικτικών παραµέτρων όπως: επιβάρυνση εκφρασµένη σε ταχύτητα (m/s) ή παραγόµενο έργο (watt), καρδιακή συχνότητα (bpm), πρόσληψη οξυγόνου (l/min) και συγκέντρωσης γαλακτικού στο αίµα ((mMol/l).

Ωστόσο, οι µετρήσεις στον αγωνιστικό χώρο δίνουν πιο ακριβή συµπεράσµατα για προπονητικές οδηγίες, καθώς αξιολογούµε τον αθλητή στον πραγµατικό του χώρο. Στα µειονεκτήµατα των µετρήσεων στον αγωνιστικό χώρο περιλαµβάνονται:

  1. η µειωµένη επαναληπτικότητα του ίδιου test
  2. µεγαλύτερος χρόνος διεξαγωγής των tests
  3. δυνατότητα υπολογισµού λιγότερων παραµέτρων, απ’ότι στο εργαστήριο, που συνήθως αξιολογούνται οι παράµετροι:
    1. ταχύτητα (m/s) για εκτίµηση του µυϊκού έργου.
    2. καρδιακή συχνότητα (bpm) για εκτίµηση της καρδιαγγειακής επιβάρυνσης, µε τη µέθοδο της τηλεµετρίας, ώστε να µην παρενοχλείται η προσπάθεια. Εδώ το θερµό και υγρό κλίµα επηρεάζει τη µέτρηση προς υψηλότερους καρδιακούς παλµούς.
    3. γαλακτικό (mMol/l) για εκτίµηση του ενεργειακού κόστους, ως έµµεση παράµετρος που προσδιορίζει το έλλειµµα Ο2.

Όµως, ο υπολογισµός της ενεργειακής δαπάνης σε αθλήµατα που εµπεριέχουν το στοιχείο της διακοπτόµενης αθλητικής προσπάθειας (ποδόσφαιρο) είναι δύσκολος. Εδώ η χρήση video καταγράφει το χρόνο κίνησης σε µια προσπάθεια υπολογισµού τόσο της διάρκειας, όσο και της έντασης της πραγµατικής αθλητικής προσπάθειας.

Για παράδειγµα οι Mayhew και Wenger (1985) υπολόγισαν τη χρονική διάρκεια που καταναλώνεται στα διάφορα επίπεδα έντασης στο ποδόσφαιρο, βρίσκοντας. ότι η µέση διάρκεια ταχύτητας στο ποδόσφαιρο ήταν 4.4 sec και η αναλογία ταχύτητας και αποκατάστασης 1.7 sec. O Ekblom (1986) έδειξε ότι οι µέσοι καλύπτουν συνολικά µέσα στο γήπεδο 10.2-11.1 Km έναντι 9.1-9.6 για τα µπακ και 9.8-10.0 Km για τους επιθετικούς. Οι συγκρίσεις για διάφορες θέσεις παικτών δίνουν χρήσιµα στοιχεία για την στρατηγική της προπόνησης σύµφωνα µε τη ταξινόµηση των αθλητικών θέσεων µέσα στην ίδια αθλητική δραστηριότητα.

∆ιακοπτόµενη εκρηκτική προσπάθεια χαρακτηρίζεται και το volley. Προσεκτική ανάλυση της κίνησης µε video έδειξε ότι για το µπλόκο ή το καρφί οι παίκτες αναπηδούν µία φορά κάθε 43 sec χωρίς να παράγουν γαλακτικό για 2 περίπου ώρες αγώνα. Η ανάλυση λοιπόν της αθλητικής απόδοσης των παικτών έδωσε σηµαντικά στοιχεία για εισαγωγή προπόνησης χαµηλής ισχύος για τη βελτίωση της αντοχής των βολεϊµπολιστών.

Συµπερασµατικά θα λέγαµε ότι:

Η επιλογή µίας συγκεκριµένης δοκιµασίας αθλητικής αξιολόγησης βασίζεται στις ενεργειακές απαιτήσεις της αθλητικής προσπάθειας, που πρέπει να καθορίζονται µε όσο το δυνατόν µεγαλύτερη ακρίβεια, ώστε να αντληθούν όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για τις φυσιολογικές δυνατότητες των αθλητών και το σχεδιασµό της προπόνησής τους µε τον πιο ακριβή και αποτελεσµατικό τρόπο.
Oι βασικοί στόχοι των επιστηµονικών αξιολογήσεων από εργοφυσιολογικής πλευράς περιλαµβάνουν τα εξής διαφορετικά καθήκοντα:

ΒΑΣΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΕΡΓΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΜΕΤΡΗΣΕΩΝ

1.  ∆ΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΡΓΟΥ.

Με τη διάγνωση της παρούσας φυσιολογικής κατάστασης του αθλητή αναζητείται η σύγκριση µε την επιθυµητή κατάσταση και αναγνωρίζονται οι αδυναµίες, όπου αυτές εντοπίζονται, ως αιτία µείωσης της αθλητικής απόδοσης.

Πολλές φορές µία εξέταση µπορεί να εντοπίσει µικρές διαφορές που προκαλούνται από το πρόγραµµα προπόνησης, οι οποίες στο µάτι του αθλητή ή προπονητή περνούν απαρατήρητες. Με αυτή την έννοια η µέτρηση στο εργαστήριο είναι ένα πολύτιµο και ευαίσθητο περιγραφικό εργαλείο τόσο της αθλητικής απόδοσης ως αποτέλεσµα της προπονητικής διαδικασίας που εφαρµόζεται, όσο και ως έγκυρο ανιχνευτικό εργαλείο των φυσιολογικών ικανοτήτων του γενικού πληθυσµού ή διαφόρων κατηγοριών αθλητών.

Επιπλέον, τα αποτελέσµατα των µετρήσεων µπορούν να βοηθήσουν τον αθλητή στην πρόληψη αλλά και στην αποκατάσταση από έναν τραυµατισµό. Για παράδειγµα, ανάλυση αποτελεσµάτων σε test ευλυγισίας, ή σε test µυϊκής δύναµης που δείχνουν µυϊκή ανισορροπία µεταξύ δεξιού και αριστερού άκρου, και µέτρηση αερόβιας ισχύος µπορεί να βοηθήσουν τον αθλητή στην πρόληψη σίγουρων τραυµατισµών που θα µπορούσαν να του προκαλέσουν µεγάλη οπισθοχώρηση στη προπόνηση.

2.  ΚΑΘΟ∆ΗΓΗΣΗ ΠΡΟΠΟΝΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ (που πάµε).

Επαναλαµβανόµενα tests ανά τακτά χρονικά διαστήµατα, ανάλογα τη φάση της προπόνησης µπορούν να καθοδηγήσουν τον αθλητή στην επιθυµητή κατεύθυνση προς το στόχο του. Ένα test µόνο του δεν λέει τίποτα, ενώ δίνει σηµαντικά στοιχεία στον αθλητή για την προπονητική προσπάθεια που καταβάλλει.

Για παράδειγµα οι προπονητικές εντάσεις / επιβαρύνσεις που πρέπει να χρησιµοποιεί ένας αθλητής στη προπόνησή του εκφράζονται µε το πηλίκο καρδιακής συχνότητας (bpm) και ταχύτητας (m/s) ή µε το πηλίκο συγκέντρωσης γαλακτικού στο αίµα (mMol/l) και επιτευχθέντος χρόνου σε συγκεκριµένη απόσταση. Χαµηλές τιµές των δύο παραπάνω αναφερόµενων πηλίκων είναι ενδεικτικές της υψηλής αερόβιας επάρκειας, ενώ υψηλές τιµές συνηγορούν για πτωχά ενεργειακά αποθέµατα.

Ο αθλητής όταν προπονείται θέλει να γνωρίζει τι πραγµατικά συµβαίνει στον οργανισµό του, θέλει να ξέρει ότι τα αποτελέσµατα της δουλειάς του µπορούν να είναι µετρήσιµα και επίσης να καθοδηγηθεί σε ποια κατεύθυνση να συνεχίσει.

3.  ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟ∆ΟΣΗΣ ΩΣ ΚΙΝΗΤΡΟ

Με τα αντικειµενικά αποτελέσµατα του εργαστηρίου ο εργοφυσιολόγος µπορεί να ανοίξει έναν καρποφόρο διάλογο επικοινωνίας µε τον αθλητή και τον προπονητή, ώστε να βοηθηθούν προς την κατεύθυνση της µεγιστοποίησης των κληρονοµικών δυνατοτήτων του αθλητή στο αγώνισµα που επιδίδεται. Ο αθλητής αφ’ ενός µεν αισθάνεται το ενδιαφέρον γύρω του, νιώθει ότι είναι σηµαντικός γι’ αυτό που προσπαθεί και του δηµιουργείται κίνητρο να συνεχίσει τη προσπάθειά του και αφ’ ετέρου εκπαιδεύεται για το τρόπο που επιδρά η προπόνηση στον οργανισµό του και τι ποιοτικές και ποσοτικές αλλαγές του προκαλεί στο σώµα.

Συγκρίνοντας το αποτέλεσµα της µέτρησης µε προηγούµενη δική του στο παρελθόν κάτω από δεδοµένες συνθήκες, καθώς και µε µετρήσεις άλλων κορυφαίων αθλητών στο αγώνισµά του (µέσα από την ήδη υπάρχουσα µεγάλη τράπεζα δεδοµένων), αποκτά χρήσιµες πληροφορίες για το πώς να συνεχίσει τη προπόνησή του, για παράδειγµα να την διατηρήσει αναµένοντας για βελτίωση µακροπρόθεσµα ή να την τροποποιήσει σε συγκεκριµένη κατεύθυνση

4.  ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟ∆ΟΣΗΣ.

∆ιάφορες παράµετροι αθλητικής ικανότητας που υπολογίζονται από ένα test συσχετίζονται ικανοποιητικά µε την αγωνιστική απόδοση. Για παράδειγµα, 25 αθλητές του kayak µετρήθηκαν σ’ένα ειδικό κατασκευασµένο για kayak εργόµετρο και βρέθηκε ότι το αποτέλεσµα της µέτρησης µπορούσε να εξηγήσει το 42% της αθλητικής απόδοσης των αθλητών στα 1000 µέτρα kayak. Όταν δε προστέθηκε και ο υπολογισµός της ενεργειακής κατάστασης των αθλητών στο αναερόβιο κατώφλι εξηγήθηκε το 57% της αθλητικής απόδοσης των αθλητών στο ίδιο αγώνισµα.

5. ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ∆ΙΑΦΟΡΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ.

Η συνεχής παρακολούθηση και καταγραφή της βελτίωσης ή οποιασδήποτε αλλαγής των διαφόρων χαρακτηριστικών της αθλητικής προσπάθειας βοηθάει στην εξαγωγή συµπερασµάτων για τη προπόνηση του συγκεκριµένου αθλήµατος. Για παράδειγµα 4 εβδοµάδες ισοκινητικής δύναµης στη ξηρά οδήγησε σε 19% αύξηση στα watt κατά την ώθηση στο κολυµβητικό δυναµόµετρο που µεταφράσθηκε σε 4% βελτίωση στην αθλητική επίδοση στο κολυµβητικό sprint των 25 µέτρων. ∆ηλαδή βελτίωση στην αθλητική απόδοση µπορεί να έχουµε χωριστά από βελτιώσεις στη δύναµη, στην ισχύ, στην αντοχή ή στη ευλυγισία. Καθώς λοιπόν υπάρχουν αθλήµατα που δεν διαφαίνεται πάντα καθαρά ποια χαρακτηριστικά πρέπει να προπονηθούν για να βελτιωθεί η αθλητική επίδοση, ο αθλητικός επιστήµονας πρέπει να δηµιουργεί νέες πειραµατικές συνθήκες για την αποκάλυψή τους.

ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ∆ΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ

Το ερώτηµα που τίθεται στους επιστήµονες όταν αξιολογούν την αθλητική απόδοση είναι εάν µπορούµε να προβλέψουµε την µελλοντική αθλητική απόδοση στη παιδική ηλικία. Και εάν είναι δυνατόν, βάσει των µετρήσεων των διαφόρων ικανοτήτων να προσδιορίσουµε το άθληµα που θα έχει ένα παιδί τη µεγαλύτερη αθλητική επιτυχία στο µέλλον; Με άλλα λόγια, το παιδί διαλέγει το άθληµα ή το άθληµα το παιδί; Στο θέµα της πρόβλεψης µελλοντικών αθλητών διάφορες έρευνες έχουν δείξει ότι διάφορα

αθλήµατα απαιτούν ορισµένο σωµατότυπο και σωµατοµετρικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, µε τον τροµακτικό ρυθµό ανάπτυξης που λαβαίνει χώρα κατά τη διάρκεια της εφηβείας τα χαρακτηριστικά αυτά αλλάζουν πολύ σε διαφορετική χρονική στιγµή για το κάθε άτοµο. Ο σωµατότυπος µε τη µέθοδο των Pariskova και Carter (1976) αλλάζει πολύ από τα 11 –17 χρόνια.

Το ανάστηµα είναι σηµαντικό στοιχείο επιτυχίας για ορισµένα αθλήµατα αλλά δεν χρειάζεται ένας ειδικός για να αντιληφθεί εάν ένα ψηλό παιδί είναι κατάλληλο για µπάσκετ.

∆εν υπάρχει καµιά αµφιβολία ότι ορισµένες παράµετροι που παίζουν σηµαντικό ρόλο στην αθλητική απόδοση όπως το ανάστηµα και oi διαστάσεις των διαφόρων µελών του σώµατος, η σκελετική περίµετρος, η µέγιστη αερόβια ικανότητα (VO2max), η µέγιστη αναερόβια ισχύς, η κατανοµή των µυϊκών ινών που προδιαθέτει ευνοϊκά το άτοµο υπέρ της ταχύτητας ή της αντοχής, η κατανοµή και το µέγεθος των λιποκυττάρων, η πνευµονική και η καρδιαγγειακή λειτουργία, η δραστηριότητα των ενζύµων στη µεταβολική λειτουργία αλλά και η ευαισθητοποίηση του ατόµου στη προπόνηση αντοχής εξαρτώνται από το γονότυπό του.

Γενικά η κληρονοµικότητα µπορεί να εξηγήσει ένα εύρος από το 30 – 85 % του φαινότυπου της καρδιακής και µυϊκής λειτουργίας, των σωµατικών χαρακτηριστικών και της κατανοµής του σωµατικού λίπους στο σώµα ενώ η επίδραση του γενετικού παράγοντα στην ανταπόκριση του ατόµου στο προπονητικό ερέθισµα για βελτίωση της αντοχής ανέρχεται στο 70 – 80%.

Ο φαινότυπος είναι η πληροφορία που καταγράφεται στο γονότυπο που τελικά βρίσκει το δρόµο να εκφρασθεί, ώστε το χαρακτηριστικό να γίνει ορατό δια του οφθαλµού. ∆ιατυπώνεται όµως η θεωρία ότι µία τέτοια πληροφορία έχει ένα εύρος έκφρασης και ο οργανισµός προσαρµόζεται επιλέγοντας το χαµηλό επίπεδο.

Για παράδειγµα, υπάρχει καταγεγραµµένη η πληροφορία στο γονίδιο για υψηλή ικανότητα του ατόµου στην αντοχή, µία ικανότητα που µεταφέρεται από τη µητέρα καθώς τα µιτοχόνδρια τα κληρονοµεί µόνον από αυτήν ενώ άλλα χαρακτηριστικά τα κληρονοµεί ισοδύναµα και από τους δύο γονείς. Εάν η µητέρα που είχε την ικανότητα αυτή την έχει επιπλέον αναπτύξει αθλητικά στη ζωή της τη µεταφέρει αρκετά δυνατή στον απόγονό της. Εάν ο απόγονός της δεχθεί αθλητικά ερεθίσµατα, στη ζωή του πέρα από το κληρονοµικό του πλεονέκτηµα στην αντοχή, θα µεταφέρει στους απογόνους του την πληροφορία αρκετά ισχυρή.

Εάν για κάποιο λόγο, παράγοντες που συνεισφέρουν στην ενδυνάµωση ενός γενετικού χαρακτηριστικού, όπως η καλή υγεία, η προπόνηση, η επαρκής διατροφή απουσιάσουν η ποιοτική έκφραση της πληροφορίας θα παραµένει στο χαµηλό εύρος µε αποτέλεσµα να εξασθενεί µε το χρόνο.

Η κληρονοµικότητα λοιπόν επηρεάζει την αθλητική απόδοση επιδρώντας σε συγκεκριµένες φυσιολογικές παραµέτρους που παίζουν ρόλο αφ’ενός µεν στην αθλητική ικανότητα, αφ’ετέρου δε στην ικανότητα του κάθε ατόµου να αποδέχεται το προπονητικό ερέθισµα. Όµως το περιβάλλον ασκεί καταλυτική επίδραση στην κορύφωση της έκφρασης αυτών των αρακτηριστικών.

Ως εκ τούτου, µπορεί κάποιος εύλογα να διερωτηθεί γιατί δεν µετράµε αυτές τις ικανότητες µέσα στο εργαστήριο στη παιδική ηλικία, ώστε να αποµονώσουµε τους µελλοντικούς πρωταθλητές. ∆ιαφαίνονται διάφοροι περιοριστικοί παράγοντες όπως:

  1. Έρευνες έχουν δείξει ότι προπονητικές προσαρµογές, που σχετίζονται µε τις φυσιολογικές δυνατότητες παροχής ενέργειας στον οργανισµό (αερόβια – αναερόβια ικανότητα), προκαλούνται µετά τα 10 χρόνια. Αυτό δεν σηµαίνει ότι δεν µπορούν τα µικρότερα παιδιά να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους, αλλά η βελτίωση οφείλεται σε λόγους τροποποίησης του επιπέδου τεχνικής και επιδεξιότητας, βελτίωσης της ενεργειακής τους οικονοµίας (µαθαίνουν να ξοδεύουν δηλαδή λιγότερη ενέργεια (VO2) για το ίδιο επίπεδο έντασης της άσκησης), ή βελτίωσης της δύναµης που οφείλεται κυρίως στο νευρικό σύστηµα και όχι στη µυϊκή υπερτροφία που συµβαίνει στην εφηβεία.

Το να αντιληφθεί ένας γυµναστής πόσο γρήγορο είναι ένα παιδί µε πολύ απλά τεστ, όπως για παράδειγµα, πόσο γρήγορα γεµίζει µε νερό 10 λακκάκια, ή
καρφώνει 10 πρόκες στο τοίχο ή γεµίζει τετράγωνα µε τελείες ένα χαρτί, ή να διακρίνει µία µεγάλη παλάµη κατάλληλη για κολύµβηση ή για τις ντρίπλες στο µπάσκετ, ή µία ευχέρεια στη πλευστότητα του σώµατος µέσα στο νερό, ή να δει µία ευχέρεια στη αλτικότητα του παιδιού στη διάρκεια της γυµναστικής στο σχολείο, όλα αυτά συνδυασµένα µε ένα σωµατότυπο κατάλληλο για κάποιο άθληµα είναι η πρώτη µατιά για να σπρώξεις ένα παιδί στον αθλητισµό πιο ενεργά.

Επιπλέον η ικανότητα να διακρίνει κανείς το ταλέντο σε αθλήµατα που απαιτούν συναρµογή και συντονισµό των µελών του σώµατος είναι πολύ πιο σύνθετη από ένα εργαστηριακό test που αποµονώνει κάποιες αθλητικές ικανότητες. Για παράδειγµα ο προπονητής που βρήκε τη Nadia Comanetsi στην ηλικία των 6 χρόνων.

  1. Η προπόνηση, όπως αναφέραµε παραπάνω παίζει επίσης πολύ σηµαντικό ρόλο. Μπορεί η κληρονοµικότητα και το επίπεδο που ξεκινάει κανείς να είναι υψηλό, αλλά και η προπόνηση αυτή καθαυτή µπορεί να επηρεάσει τη βελτίωση µίας αθλητικής ικανότητας µέχρι και 40% όπως έχει δειχθεί σε έρευνες µε οµοζυγώτες δίδυµους όταν ο ένας εξ’αυτών έπαιρνε µέρος σε συστηµατική προπόνηση και ο άλλος δεν εγυµνάζετο καν (Lomaev O. and Allen J., 1973).
  2. Η ικανότητα του ατόµου να ανταποκριθεί στη προπόνηση αποτελεί σηµαντικό παράγοντα αθλητικής επιτυχίας που κανείς δεν µπορεί να την εκτιµήσει µε µία απλή δοκιµασία στο εργαστήριο. H ικανότητα αποδοχής του προπονητικού ερεθίσµατος ή µε άλλα λόγια η έκταση της ποσότητας και της ποιότητας της προπόνησης που χρειάζεται να δεχθεί κάθε οργανισµός για να δηµιουργήσει φυσιολογικές προσαρµογές είναι κατά βάσει κληρονοµικό χαρακτηριστικό. Πόσο πολύ και πόσο έντονη προπόνηση χρειάζεται ένα ταλαντούχο παιδί και πόσο γρήγορα ανταποκρίνεται ο οργανισµός του στο προπονητικό ερέθισµα µπορεί να διαφέρει κατά πολύ από ένα άλλο επίσης σωµατικά ταλαντούχο παιδί. Αυτό αποτελεί πολλές φορές και την αιτία να αποµακρυνθεί ένα ταλέντο από ένα άθληµα επειδή δεν αντέχει όλη τη προπόνηση και ενώ ο προπονητής του θεωρεί ότι είναι τεµπέλης αυτός χρειάζεται λιγότερο προπόνηση, σε σχέση µε ένα άλλο παιδί µη ταλαντούχο για το ίδιο αποτέλεσµα.
  3. Η αναπτυξιακή ηλικία µπορεί να µπερδέψει οποιαδήποτε αποτέλεσµα. Τα παιδιά µε µεγαλύτερη βιολογική ηλικία από την χρονική ηλικία τους έχουν καλύτερο αθλητικό αποτέλεσµα από τους συνοµήλικους τους µε µικρότερη βιολογική ηλικία, αυτό όµως δεν σηµαίνει ότι τόσο τα παιδιά µε µεγαλύτερη βιολογική ηλικία αλλά και εκείνα µε µικρότερη βιολογική ηλικία έχουν την ίδια ικανότητα να γίνουν υψηλού επιπέδου αθλητές. Απλά τα δεύτερα πολλές φορές αποθαρρύνονται και εγκαταλείπουν νωρίς, επειδή δεν έχουν επιτυχία σε µικρή ηλικία. Το παιδί διαλέγει πάντα το άθληµα που τα καταφέρνει καλύτερα και γι’ αυτό του αρέσει. Συνήθως δε, τα καταφέρνει καλύτερα σ΄ αυτό το άθληµα που σωµατικά έχει και τις δυνατότητες. Ως εκ τούτου, αθλητής και άθληµα αλληλο- διαλέγονται.
  4. Ορισµένες δοκιµασίες συσχετίζονται µε πολύ υψηλό συντελεστή µε την αθλητική απόδοση. Σε αθλήµατα όπου η επιτυχία βασίζεται σε ένα στοιχείο της φυσικής κατάστασης (καρδιοαναπνευστική αντοχή, µυϊκή ισχύς) η δυνατότητα πρόβλεψης είναι ευκολότερη, σε σχέση µε αθλήµατα όπου εµπεριέχεται πολύπλοκη αλληλεπίδραση του Κ.Ν.Σ όπως στο ποδόσφαιρο, στο µπάσκετ ή στη γυµναστική, περιορίζοντας έτσι κατά πολύ την διαδικασία πρόβλεψης. Σε µικρή ηλικία η πρόωρη εξειδίκευση θα πρέπει να αποφεύγεται και να επιδιώκεται η έκθεση του παιδιού σε ποικίλες αθλητικές δραστηριότητες, ώστε να αποκτήσει την δυνατότητα πολλών κινητικών εµπειριών που στοχεύουν στη πολυποίκιλη κινητική µάθηση και στη δυνατότητα ακολούθως διαφόρων κινητικών επιλογών.

Ανεξάρτητα όµως από την αναζήτηση του ταλέντου το παιδί πρέπει να µπαίνει στον αθλητισµό γιατί έχει πολλά να ωφεληθεί σωµατικά, ψυχολογικά, κοινωνικά. Ο αθλητισµός αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο παιδείας που διαµορφώνει το άτοµο, παραδίδοντας το στη κοινωνία ως ολοκληρωµένη προσωπικότητα. Από άποψης φυσιολογίας πολλές αθλητικές ικανότητες, δείκτες επίσης του βιολογικού µας δυναµικού, κορυφώνονται στη περίοδο της εφηβείας και είναι επιτακτικό το παιδί να αθληθεί σ’αυτήν την ηλικία.

Ο πρωταθλητισµός είναι άλλη ιστορία µε πολλούς συµµετέχοντες παράγοντες, πέρα από την αθλητική ικανότητα, να χρειάζονται διασφάλιση, όσο αυτή είναι δυνατή για ένα επιτυχές τελικό αποτέλεσµα όπως: η ψυχολογική συγκρότηση (αυτοπειθαρχία, αυτοεκτίµηση, θέληση, αποφασιστικότητα, αντίληψη, προσήλωση στο προσδοκώµενο στόχο, συναισθηµατική σταθερότητα, ισχυρό κίνητρο για διάκριση και αντοχή στην αντιξοότητα,), ευνοϊκό κοινωνικό περιβάλλον του αθλητή, σταθερά υγεία, σωστή διατροφή, πρόληψη τραυµατισµών αλλά και τύχη στην αποφυγή τους και ότι άλλο πιθανόν προκύψει στη πορεία.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αξιολόγηση των αθλητικών ικανοτήτων µπορεί να γίνει τόσο µε στανταρισµένα tests στο εργαστήριο, όσο και µε tests στον αγωνιστικό χώρο. Τα tests αξιολόγησης είναι εξειδικευµένα κατά άθληµα και αξιολογούν τα σηµαντικότερα στοιχεία φυσικής κατάστασης όπως καρδιοαναπνευστική και µυϊκή αντοχή και µυϊκή ισχύ, όπου βασικοί παράµετροι µέτρησης, όπως αναφέρεται στον παρακάτω πίνακα είναι.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ

  1. Μέγιστη πρόσληψη Ο2 (VO 2max σε l/min και ml/kg/min)
  2. Καρδιακή συχνότητα (παλµοί/λεπτό, bpm)
  3. Ενεργειακή Οικονοµία VO2 σε δεδοµένη ταχύτητα (m/s)
  4. Συγκέντρωση γαλακτικού στο αίµα (mMol/l)
  5. Mέγιστη µυϊκή ισχύς σε Watt και σε Watt/kg

Στη πρόβλεψη της µελλοντικής αθλητικής προοπτικής τίθεται το ερώτηµα εάν το παιδί διαλέγει το άθληµα ή το άθληµα το παιδί. Είναι γεγονός ότι η κληρονοµικότητα επηρεάζει την αθλητική απόδοση επιδρώντας σε συγκεκριµένες φυσιολογικές παραµέτρους που παίζουν ρόλο, αφ’ενός µεν στην αθλητική ικανότητα, αφ’ετέρου δε, στην ατοµική ικανότητα αποδοχής του προπονητικού ερεθίσµατος. ∆ιερωτάται λοιπόν κανείς γιατί δεν µετράµε αυτές τις ικανότητες µέσα στο εργαστήριο στη παιδική ηλικία, ώστε να αποµονώσουµε τους µελλοντικούς πρωταθλητές; Υπάρχουν διάφοροι λόγοι που περιορίζουν την ακριβή αθλητική πρόβλεψη σε µικρές ηλικίες, όπως αναφέρεται στον παρακάτω πίνακα.

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ∆ΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΜΙΚΡΗ ΗΛΙΚΙΑ

  1. Προπονητικές προσαρµογές προκαλούνται µετά τα 10 χρόνια.
  2. Η προπόνηση µπορεί να βελτιώσει τις αθλητικές ικανότητες µέχρι και 40%.
  3. Η ανταπόκριση στο προπονητικό ερέθισµα, σηµαντικός παράγων αθλητικής επιτυχίας, δεν µπορεί να εκτιµηθεί µε ένα απλό test στο εργαστήριο.
  4. Στην αναπτυξιακή ηλικία, η βιολογική και χρονική ηλικία δεν συµβαδίζουν.
  5. Σε αθλήµατα µε πολύπλευρη αλληλεπίδραση του Κ.Ν.Σ. δεν αρκεί µόνο ένα test για την αξιοπιστία της πρόβλεψης.

Σε µικρή ηλικία συνιστάται να αποφεύγεται η πρόωρη εξειδίκευση σε ένα άθληµα και αντίθετα να επιδιώκεται η έκθεση του παιδιού σε ποικίλες αθλητικές δραστηριότητες, ώστε να αποκτήσει την δυνατότητα πολλών κινητικών εµπειριών που στοχεύουν στη πολυποίκιλη κινητική µάθηση και την επιλογή του ίδιου του παιδιού στο άθληµα της αρεσκείας του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bar-Or, O. Predicting athletic performance. The Physician and SportsMedicine, 81-85, February, 1975.

Bouchard C. Genetics of aerobic power and capacity. In Malina & Bouchard (Eds) Sports and Human Genetics. The 1984 Olympic Scientific Congress proceedings Bouchard, Vol. 4, pp. 59-88, Human Kinetics Publishers Inc. Champaign, 1986.

Bouchard C. Heredity and trainability. In Sutton & Brock (Eds). Sport medicine for the mature athlete. Benchmark Press Inc., pp.81-89, Indianapolis, 1986.

Bouchard C. Heredity and adaptation to exercise training during growth. In Demirjian & Brault Dubuc (Eds). Human growth: a multidisciplinary review, pp. 243-252, Taylor & Francis, London, 1986.

Bouchard C., Boulay M.R., Simoneau, JA, Lortie G. and Perusse L. Heredity and trainability of aerobic and anaerobic performances. Sports Medicine, 5:69-73, 1988.

Bouchard C, Lortie G. Heredity and endurance performance. Sports Medicine, 1:38-64, 1984.


Burke, E.J. A factor analytic investigation of tests of physical work capacity. Ergonomics, 22: 11-18, 1979.

Burke, E.J. Toward an Understanding of Human Performance. Movement Publications, (2nd Edition), Ithaka, New York, 1980.

Carter, J.E. Prediction of outstanding athletic ability: the structural perspective. In: Exercise Physiology: Fitness and Performance Capacity Studies. Landry F. and Orban W. (Eds). Miami: Symposia Specialists, 1978.

Cochrane, C. and Pyke, F.S. Physiological assessment of the Australian soccer squad. Australian Journal of Health Physical Education and Recreation, 73: 21-25, 1976.

Colquhoun, D. and Chad, K.E. Physiological characteristics of Australian female soccer players after a competitive season. Australian Journal of Science and Medicine in Sport, 18(3): 9-12, 1986.

Conlee R.K., McGown, C.M. Fisher, A.G. Dalsky, G.P.and Robinson, K.C. Physiological effects of power volleyball. The Physician and SportsMedicine, 10(2): 93-97, 1982.

Costill, D., Thomason, H. and Roberts, E. Fractional utilization of the aerobic capacity during distance running. Medicine and Science in Sports and Exercise, 5:248-252, 1973.

Costill, D., Daniels, J., Evans, W., Fink, W., Krahenbuhl, G., Saltin, B. Skeletal muscle enzymes and fiber composition in male and female track athletes. Journal of Applied Physiology, 40: 149-154, 1976.

Ekblom B. Applied physiology of soccer. Journal of Sports Medicine, 3:50-60, 1986.

 

Fox, E.L. and Costill D.L. Estimated cardiorespiratory responses during marathon running. Archives of Environmental Health, 24:315-324, 1972.

Klissouras V. Prediction of athletic performance. Genetic Considerations. In: Exercise Physiology: Fitness and Performance Capacity Studies. Landry F. and Orban W. (Eds). Miami: Symposia Specialists, 1978.


Lomaev, O. and Allen J. Prediction of adult aerobic capacity from childhood test, Ergonomics, 16: 783-785, 1973.

Mayhew, S.R. and Wenger H.A. Time-motion analysis of professional soccer. Journal of Human Movement Studies, 11:49-52, 1985.

Novotny, V. The morphological age and efficiency in young sportsmen. Physical fitness and its laboratory assessment. Charles University, Prague, 1969.

Parizkova, J. and Carter J. Influence of physical activity on stability of somatotypes in boys. American. Journal. Physical. Anthropology, 44:327-340, 1976.

Pollock, M. Submaximal working capacity of elite distance runners. Annals of New York Academy of Sciences, 301: 310-322, 1977.

Raven, P., Gettman, L., Pollock, M. and Cooper, K. A physiological evaluation in professional soccer players. British Journal of Sports Medicine, 10: 209-216, 1976.

Rose, S. The conscious brain. Hardmondsworth, U.K. Penguin Bookw, 1973.

 

Rushall, B.S. and Pyke F.S. Measuring physiological attributes of athletes. In “Training for Sports and Fitness”. The MacMillan Company of Australia. Melbourne, Australia, 1992.

Sharp, R.L., Troup, J.P. and Costill, D.L. Relationship between power and sprint freestyle swimming. Medicine Science in Sports and Exercise, 14(1): 53-56, 1982.

Williams, L. Prediction of high level rowing ability. Journal. Sports Medicine and Physical Fitness, 18: 11-17, 1978.

 

Flag Counter

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΠΡΟΠΟΝΗΤΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ
ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ
Δημιουργήθηκε από τον Στέφανο Κουτσούκη